| |
Ανάλυση
του Χριστόφορου Βερναρδάκη
Η επόμενη χρονιά θα είναι μια χρονιά εκλογική. Η απογραφή των τάσεων του εκλογικού σώματος θα συμπυκνώσει όλες τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές διεργασίες της τετραετίας που θα έχει μεσολαβήσει.
Από πολλούς αναλυτές, αλλά και πολιτικά πρόσωπα, προεξοφλείται ότι οι επόμενες εκλογές θα είναι μια πολύ δύσκολη αναμέτρηση, η οποία θα κριθεί οριακά. Οι ενδείξεις που υπάρχουν από τις πολιτικές έρευνες και τις αναλύσεις των εκλογικών αποτελεσμάτων αυτή τη στιγμή επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή. Το πολιτικό τοπίο χαρακτηρίζεται από μία ισορροπία δύναμης των δύο μεγάλων κομμάτων και από την προφανή αδυναμία των μικρότερων κομμάτων να αλλάξουν τον εκλογικό χάρτη. Το κάθε, ειδικότερα, κόμμα ταλανίζεται από μία δέσμη εσωτερικών αντιφάσεων, η εξέλιξη των οποίων θα κρίνει το εκλογικό αποτέλεσμα.
Το στρατηγικό μειονέκτημα του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στο γεγονός ότι, ως αποτέλεσμα της πολύχρονης παραμονής του στην κυβερνητική εξουσία και της ανάγκης να διαχειριστεί την οικονομική και κοινωνική αναδιάρθρωση της χώρας, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια σειρά οξυμένων προβλημάτων, το βάθος των οποίων απαιτεί πολλά χρόνια για να επιλυθούν. Η ανεργία και ειδικότερα η ανεργία των νέων, το εκπαιδευτικό σύστημα και η σχέση του με την παραγωγική δομή, καθώς και το αγροτικό πρόβλημα αποτελούν σήμερα μια δέσμη τεραστίου μεγέθους προβλημάτων, απέναντι στα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ολόκληρο το σύστημα διακυβέρνησης των αναπτυγμένων χωρών. Οι επιπτώσεις από την όξυνση των μετώπων αυτών φαίνονται καθημερινά τα τελευταία χρόνια. Εχουν σε σημαντικότατο βαθμό καθορίσει την αλλαγή πολιτικής στάσης ή και συμπεριφοράς ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων και έχουν προκαλέσει την αλλαγή της κοινωνικής - εκλογικής σύνθεσης του ΠΑΣΟΚ. Στη μετακίνησή τους οφείλεται η ήττα του ΠΑΣΟΚ στις Δημοτικές-Νομαρχιακές εκλογές του '98, αλλά και στις Ευρωεκλογές του '99. Από την άλλη μεριά, η εμπέδωση του ΠΑΣΟΚ ως κόμματος διακυβέρνησης τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να δημιουργήσει προσβάσεις σε κοινωνικά στρώματα που στο παρελθόν, λόγω κοινωνικής ή οικονομικής θέσης, ήταν εχθρικά προς αυτό. Προβάλλοντας το χαρακτήρα του υπεύθυνου και μετριοπαθούς κόμματος και εκμεταλλευόμενο την τεράστια και συσσωρευμένη διαχειριστική εμπειρία του κράτους, έχει δημιουργήσει ένα νέο πολιτικό ακροατήριο. Ωστόσο, σε εκλογικό επίπεδο το "ισοζύγιο" της διπλής ανακατανομής δεν είναι θετικό. Το ΠΑΣΟΚ, όπως φαίνεται στις έρευνες της τελευταίας τριετίας κερδίζει έναν νέο ψηφοφόρο, χάνει όμως περίπου πέντε προς τα άλλα κόμματα!!
Αν όμως οι κοινωνικές μετατοπίσεις διαμορφώνουν ένα αρνητικό για το ΠΑΣΟΚ κλίμα, αντίθετα, οι ικανότητές του να δημιουργεί και να καθορίζει "πολιτικό κλίμα", να εκμεταλλεύεται δηλαδή επικοινωνιακά ακόμα και τα μικρότερα γεγονότα είναι εξαιρετικές. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον εξανεμίστηκε ως πολιτικό κλίμα η νίκη της ΝΔ στις Ευρωεκλογές, με αποτέλεσμα σε όλες τις έρευνες η λεγόμενη "παράσταση νίκης" (η μεταβλητή δηλαδή που αποτυπώνει το γενικό πολιτικό κλίμα) να εμφανίζεται συντριπτικά υπέρ του ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για μια ικανότητα που δημιουργεί θετική ψυχολογία για το ίδιο και αρνητική ψυχολογία για τους αντιπάλους (κυρίως για τη ΝΔ), κυρίως γιατί διαμορφώνει την "ατζέντα" της προεκλογικής περιόδου. Ως προς το ζήτημα της επικοινωνιακής πρωτοβουλίας δύο ζητήματα είναι αυτή τη στιγμή ανοικτά. Το πρώτο είναι περισσότερο θεωρητικό, αλλά εξαιρετικά κρίσιμο: μέχρι ποίου σημείου η επιτυχημένη επικοινωνιακή πολιτική μπορεί να αντισταθμίσει τις μονιμότερες κοινωνικές διεργασίες και να επηρεάσει εν τέλει τις πολιτικές ή εκλογικές τάσεις. Παλαιότερα θα ήταν κανείς βέβαιος ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον να συμβεί. Σήμερα ωστόσο, με την απουσία της "πολιτικής των μαζών" και με τη δύναμη των ΜΜΕ το ερώτημα είναι ανοικτό. Το δεύτερο ζήτημα είναι περισσότερο πρακτικό: ποιο κόμμα θα καταφέρει να επιβάλλει τους δικούς όρους στην προεκλογική "ατζέντα". Αν αυτή επικαθοριστεί, όπως στις Ευρωεκλογές, από τα κοινωνικά ζητήματα (ανεργία, Παιδεία, εγκληματικότητα, ύπαιθρος, κ.λπ.) το ΠΑΣΟΚ θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Αν αντίθετα επικαθοριστεί, όπως θα γινόταν αν οι εκλογές γίνονταν το Μάρτιο, από άλλα ζητήματα (π.χ. ΟΝΕ, εικόνα διαχειριστικής ικανότητας κ.λπ) θα βρεθεί σε καλύτερη θέση.
Η ΝΔ βρίσκεται, επίσης, σε μια αντιφατική κατάσταση. Παρά την αναμφισβήτητη κοινωνική της διεύρυνση σε λαϊκά στρώματα (κυρίως στον αγροτικό κόσμο και στους χαμηλοσυνταξιούχους), η υστέρησή της στο επίπεδο της άρθρωσης λόγου "διακυβέρνησης" εξακολουθεί να είναι σοβαρή. Η αιτία για αυτό είναι προφανής. Στο εσωτερικό του ιστορικού αστικού κόμματος της χώρας συμβιώνουν αυτή τη στιγμή δύο τάσεις. Η πρώτη είναι η τάση της "μοντέρνας λαϊκής δεξιάς", με έμφαση σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, η δεύτερη είναι η τάση του "αστικού οικονομικού φιλελευθερισμού", με επιρροές από τον προ δεκαετίας νέο-φιλελευθερισμό. Η συμβίωση αυτή δεν έχει βρει ακόμη τον ιδανικό βηματισμό της. Βεβαίως, από την άποψη αυτή οι συνθήκες είναι καλύτερες από ότι πριν μερικά χρόνια όταν η σύγκρουση "νεοφιλελεύθερων" και "ριζοσπαστών" ήταν πολύ πιο οξυμένη. Η συμβίωση αυτή εκφράζεται και στην εκλογική βάση της ΝΔ, η οποία σήμερα εμφανίζεται περισσότερο πολυσυλλεκτική.
Το ερώτημα και το ζητούμενο για τη ΝΔ είναι αν οι δύο αυτές τάσεις καταφέρουν να αποκτήσουν μια κοινή ιδεολογική και πολιτική στρατηγική, τουλάχιστον έως τις εκλογές. Αν αυτό γίνει κατορθωτό, τότε ο επαναπατρισμός στη ΝΔ αστικών στρωμάτων που έχουν απομακρυνθεί από αυτήν και έλκονται περισσότερο από την προσωπικότητα του Κ.Σημίτη, πρέπει να θεωρείται πιθανός. Αυτό με τη σειρά του θα έλυνε και το πρόβλημα της ηγετικής κυβερνητικής ομάδας στη ΝΔ, το οποίο εμφανίζεται οξυμένο και επηρεάζει καταλυτικά τη συμπεριφορά αστικών και επιχειρηματικών συμφερόντων. Το "λαϊκό" προφίλ του Κ.Καραμανλή δίνει τη βάση για την κοινωνική διεύρυνση της ΝΔ, ενώ εγγυάται και την επιστροφή στη "μητρική παράταξη" μεγάλου μέρους της ΠΟΛΑΝ. Ωστόσο, η διεισδυτικότητα του Κ.Σημίτη και του σημερινού κυβερνητικού λόγου σε μεγάλο μέρος των ανώτερων στρωμάτων αφαιρεί από τη ΝΔ κρίσιμες επιρροές.
Δημοσίευση στην "ΗΜΕΡΗΣΙΑ" 31/12/99
|
|